Κάποτε υπήρχε μια πόλη τόσο βαθιά μέσα στο δάσος που δεν μπορούσες να την βρεις μέσα σε κανέναν χάρτη, σε κανένα βιβλίο και ήταν γνωστή μόνο μέσα από τις ιστορίες που οι παππούδες λέγαν στα εγγόνια κάθε βράδυ. Σε αυτήν την πόλη υπήρχε ένα ρολόι πιο ψηλό και από την καμπάνα της εκκλησίας και οι δείχτες δείχνουν πάντα την ίδια ώρα: 12:30. Οι πιο γέροι του χωριού θυμούνται την ημέρα που έγινε. Ήταν ένα μεσημέρι του Γενάρη, ήταν 12:20 όταν ακούστηκαν κραυγές, ήταν μια χωργιατοπούλα, είχε αφεθεί στην άκρη του δρόμου σα σκουπίδι, ματωμένη. Δεν υπήρχε σημείο στο σώμα της που να μην υπήρχε κάποιο τραύμα, ζήτησε βοήθεια αλλά κανένας δεν σταμάτησε όσο πολεμούσε για την ζωή της. Όταν η ψυχή της έφυγε από το σώμα της ένα φως βγήκε και ξαφνικά όλα σταμάτησαν και εκεί στεκόταν η κοπέλα, όμως τώρα δεν είχε ούτε μια γρατζουνιά, ήταν μέσα σε ένα καθαρό άσπρο φόρεμα και το φως την έκανε να φαίνεται πανέμορφη αλλά το μόνο που έδειχνε στο πρόσωπό της ήταν θυμός. Σήκωσε τα χέρια της και ορκίστηκ...